Φαίνεται πως η οικειότητα και η δημιουργία στενών σχέσεων είναι μια πρωταρχική ανάγκη των ανθρώπων. Μαζί, όμως, με τις σχέσεις προκύπτει και η έννοια της δέσμευσης. Τι σημαίνει, λοιπόν, η φράση «είμαι δεσμευμένος»; Η δέσμευση δεν είναι μια υπόσχεση να αισθάνομαι κάτι συγκεκριμένο, εξάλλου τα συναισθήματα δεν είναι ζήτημα επιλογής. Δέσμευση είναι η υπόσχεση να επιλέγω το πώς θα συμπεριφερθώ, ανεξάρτητα από αυτό που νιώθω τη δεδομένη χρονική στιγμή και είναι κάτι που διαρκεί στο πέρασμα του χρόνου.

Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει πως μια δέσμευση δεν μπορεί να αποσυρθεί ποτέ. Πολλές φορές η απομάκρυνση, οι ανεπίλυτες συγκρούσεις και οι περιστάσεις οδηγούν μια σχέση στο τέλος της. Οι άνθρωποι, όμως, που διατηρούν μια στενή σχέση θα κάνουν σοβαρές προσπάθειες να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά της και δεν θα ορμήσουν να φύγουν, όταν νιώσουν λιγότερη επιθυμία για τον άλλο ή όταν αρχίσουν να εμφανίζονται προβλήματα. Μόνο όταν αυτές οι προσπάθειες αποτύχουν, οι δεσμευμένοι άνθρωποι θα αφήσουν τη σχέση. Η δέσμευση άλλωστε, στη συντροφική σχέση καθώς και σε οποιονδήποτε άλλο τομέα, σημαίνει αφοσίωση και πειθαρχία. Σημαίνει δίνω την πλήρη προσοχή και τη δημιουργικότητά μου σε κάτι και δεν το εγκαταλείπω με την πρώτη δυσκολία, για να το αντικαταστήσω με κάτι άλλο.

Ο Miller (2003) μίλησε για την αισθητική της δέσμευσης, αναφέροντας πως «αν κάτι είναι ωραίο, σημαντικό, χρήσιμο σήμερα για μένα, πιθανότατα θα μείνω και αύριο σε αυτό». Η υγιής δέσμευση δεν είναι μια ποινή φυλάκισης την οποία πρέπει να εκτίσω αλλά κάτι το οποίο επιλέγω καθημερινά, επειδή εξακολουθώ να το βρίσκω ενδιαφέρον και ζωντανό. Αυτή η δέσμευση όχι μόνο δεν είναι δεσμά, αλλά αντιθέτως, είναι ο δρόμος για την πραγματική ελευθερία. Όταν αποδέχομαι τους περιορισμούς της πραγματικότητάς μου, τότε μπορώ να δω και το πλήθος των δυνατοτήτων μου και να αναλάβω την ευθύνη, ώστε να επιλέξω δημιουργικούς τρόπους δράσης.

Όσον αφορά τη σεξουαλική επιθυμία και τη δέσμευση, ο Lawrence (1993) υποστήριξε πως στις μακρόχρονες σχέσεις υπάρχει ένα άπειρο φάσμα λεπτής επικοινωνίας, για την οποία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Στη μακρά πορεία μιας σχέσης εγγύτητας συμβαίνουν διαρκώς αλλαγές αλλά οι άνθρωποι ακινητοποιούμαστε και παγώνουμε από τις περιοριστικές μας ιδέες. Ο ίδιος, αναφέρει το εξής παράδειγμα: ένας άντρας λέει «δεν αγαπώ τη σύζυγό μου, δεν θέλω πια να κοιμάμαι μαζί της». Γιατί όμως πρέπει να θέλει πάντα να κοιμάται μαζί της; Πώς ξέρει τι άλλες λεπτές και ζωτικές ανταλλαγές συμβαίνουν μεταξύ τους, σε αυτή την περίοδο που δεν θέλει να κοιμηθεί με αυτή; Και αντίστοιχα, η σύζυγός του αντί να λέει πως όλα τελείωσαν και πως πρέπει να πάρει διαζύγιο, γιατί δεν σταματάει για λίγο να ακούσει για ένα νέο ρυθμό στην ψυχή της και να αναζητήσει τη νέα κίνηση στο σύζυγό της; Με κάθε αλλαγή, μια νέα ύπαρξη αναδύεται, ένας νέος ρυθμός εγκαθιδρύεται, ανανεώνουμε τη ζωή μας καθώς μεγαλώνουμε. Γιατί θέλουμε ο ένας για τον άλλο να είμαστε πάντα ίδιοι, παγιωμένοι με αποτέλεσμα να χάνουμε το ολόκληρο της ζωής; Το σεξ είναι κάτι που αλλάζει, γίνεται ζωντανό, ήρεμο, φλογερό, φεύγει…αλλά πολλοί άνθρωποι δεν μπορούν να δεχτούν όλες αυτές τις αλλαγές και απαιτούν να υπάρχει σεξουαλική επιθυμία πάντα και με συγκεκριμένο τρόπο, και όταν αυτό δεν συμβαίνει τότε γκρεμίζονται όλα.

Η δέσμευση, λοιπόν, είναι επιλογή και όπως η σχέση εξελίσσεται, χρειάζεται να εξελίσσεται και η δέσμευση. Όταν αυτό δεν συμβαίνει, και η σχέση γίνεται άκαμπτη, ανελαστική και περιοριστική, χωρίς να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας, τότε η δέσμευση θα έχει μετατραπεί σε δεσμά.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *